ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
- Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν οι καμπάνες, να σηκωθείτε όλ’ σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάει, να ‘χη τ’ Αϊ-Νικόλα την κατάρα!
Τέτοια διαλάλησε προσταγή το σαββατόβραδο στο μεσοχώρι και στ’ ανηφορικά σταυροδρόμια ο πρωτόγερος, ανεβαίνοντας σε ξάγναντους και σε πεζούλια απάνου, ακουμπώντας κατά πίσω το χοντροκαμωμένο κορμί του στο δεκανίκι του το κρανένιο και προβάλλοντας κατά μπρος τ’ ανοιχτά στήθια του, ως να ‘θελε να βγάλει μες από τα σωθικά όλη του τη βροντερή φωνή και να την χύσει σ’ όλο το χωριό γύρα.
Και το ταχύ,
μόλις ετσάκισαν τα εφτά μεσάνυχτα κι έσκασε μες τ’ ανατολικά κορφοβούνια το
λαμπρότατο αστέρι, ο Γελαντζής, ξάφνου μαζί κ’ οι πέντε καμπάνες των αψηλών μας
καμπαναριών ανατάραξαν το χωριό, σκόρπισαν από τα ματόφυλλα των χωριανών τον
γλυκόν αυγερινό ύπνο, σαν ανεμοζάλη ωργισμένη που σηκώνετ’ άξαφνα και σκορπάει
την πάχνη και την καταχνιά που πλακώνουν την πλάση.
Οι καμπάνες χτυπάνε ζωηρά κι αδιάκοπα. Άλλες με παιδιάτικους ασημένιους ηχούς, μαθημένες από τα παιδιά που κράζουνε στο σχολιό σημαίνοντας αυγή κι απόγιομα, κι άλλες με ηχούς ...
Οι καμπάνες χτυπάνε ζωηρά κι αδιάκοπα. Άλλες με παιδιάτικους ασημένιους ηχούς, μαθημένες από τα παιδιά που κράζουνε στο σχολιό σημαίνοντας αυγή κι απόγιομα, κι άλλες με ηχούς ...



















