Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Απόδοση οφειλόμενης τιμής σε επιφανείς Καλαρρυτινούς... Η περίπτωση της οικογένειας Λάμπρου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την πανηγυρική ομιλία που εκφώνησε ο κ. Απόστ. Κατσίκης κατά τις εκδηλώσεις για την 193η επέτειο της Επανάστασης των Καλαρρυτών, στις 6 Ιουλίου 2014


Ο Απ. Κατσίκης κατά την εκφώνηση του πανηγυρικού



Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΤΣΙΚΗ, 

Ομ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων




Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, κάτω από τις κρατούσες συνθήκες κυριαρχίας και του συστήματος αρχών και αξιών που επέβαλε η οθωμανική διοίκηση, πολύ λίγες ήταν οι περιοχές του ελλαδικού χώρου που κατόρθωσαν όχι μόνον να αντέξουν και να επιζήσουν αλλά να αναπτύξουν μια πρωτόγνωρη για τα δεδομένα δυναμική και να οδηγηθούν σε ανοδική και δημιουργική πορεία και ευμάρεια.
Στον κατάλογο των περιοχών με τα παραπάνω χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνονται τα βλαχοχώρια της Πίνδου και ασφαλώς σε περίοπτη θέση κατατάσσονται οι Καλαρρύτες. Οι προγονοί μας Καλαρρυτινοί, κάτω από ειδικό καθεστώς αυτονομίας, αλλά κυρίως  με όπλο τη δύναμη  για επιβίωση και τη θέληση για  δημιουργία, κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να μετατρέψουν ένα μικρό κτηνοτροφικό χωριό σε οικισμό αστικού χαρακτήρα με χιλιάδες κατοίκους και υψηλό οικονομικό, κοινωνικό, πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο. Οι Καλαρρυτινοί έμποροι με οίκους σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι βιοτέχνες, μετέπειτα βιομήχανοι, οι τεχνίτες- καλλιτέχνες του ασημιού, οι αγιογράφοι - ζωγράφοι, έκαναν γνωστό και υπερήφανο το χωριό μας μέσω της προόδου και των επιτευγμάτων τους όχι μόνο ανά το πανελλήνιο αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Δυστυχώς, αυτή η αξιοζήλευτη οικονομική ευμάρεια, η κοινωνική και πολιτιστική άνοδος έμελλε να διακοπεί βίαια και ανεπανόρθωτα πριν από 193 χρόνια, τέτοιες μέρες, αρχές Ιουλίου του 1821. Οι Καλαρρυτινοί μέσα στο γενικό κλίμα ...

ενθουσιασμού της εθνικής παλιγγενεσίας, θεωρώντας ότι όφειλαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, ξεσηκώνονται οραματιζόμενοι ελευθερία και εθνική κυριαρχία. Tο αποτέλεσμα, όπως είναι γνωστό, δεν τους δικαίωσε. Εντελώς απόλεμοι και απροετοίμαστοι χωρίς την έξωθεν αναγκαία βοήθεια, υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τον, ούτως ή άλλως, άνισο αγώνα. Η τουρκική διοίκηση, φοβούμενη γενικότερη εξέγερση, στέλνει από τα Γιάννενα τακτικό στρατιωτικό σώμα το οποίο καταπνίγει το κίνημα και οι χιλιάδες τουρκαλβανοί παρακινούμενοι από ληστρικά ένστικτα λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, καταστρέφοντας εκ θεμελίων τους Καλαρρύτες αλλά και το γειτονικό Συρράκο.
Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Ζωές χάνονται περιουσίες λεηλατούνται, οικογένειες ξεκληρίζονται, άνθρωποι εκδιώκονται και καταντούν από άρχοντες διακοναραίοι. Οι Καλαρρύτες θα επιζήσουν μέσα από τα χαλάσματα, ο οικισμός θα αποκτήσει σταδιακά κάποιους μονίμους κατοίκους, αλλά δεν θα ξαναβρούν ποτέ την παλιά τους αίγλη, τη λάμψη, την οικονομική και πολιτιστική τους ευρωστία.
Ο γενικός χαλασμός ασφαλώς αποτέλεσε για τη συντριπτική πλειοψηφία των Καλαρρυτινών την αρχή του οριστικού τέλους μιας προνομιακής ζωής και εποχής. Για μερικούς όμως, που κατάφεραν να επιζήσουν και να εγκατασταθούν σε φιλόξενα μέρη εκτός Ηπείρου, υπήρξε η απαρχή αναγέννησης και μιας νέας δημιουργικής, ανοδικής πορείας στη ζωή.
Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η μετέπειτα πορεία της οικογένειας Λάμπρου, της οποίας η μοίρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επανάσταση των Καλαρρυτών.
Ο γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λάμπρος, επιφανής έμπορος με αξιόλογη δραστηριότητα στη Νεάπολη της Ιταλίας και στα Γιάννενα, με την έναρξη της επανάστασης συλλαμβάνεται από τους Τουρκαλβανούς και μεταφέρεται ως όμηρος στα Γιάννενα. Με τη αποτυχία του κινήματος κατηγορείται ως πρωταίτιος της επανάστασης και απαγχονίζεται. Από το σημείο αυτό αρχίζει η οδύσσεια αλλά και η αρχή μιας νέας πορείας για την οικογένεια Λάμπρου.

Η χήρα τού Ιωάννη Λάμπρου με τον περίπου διετή  γυιό της Παύλο μετά από πολλές περιπέτειες φυγαδεύτηκε στην Κέρκυρα, όπου βρήκε άσυλο. Σε μικρό χρονικό διάστημα η μητέρα του πεθαίνει και ο ορφανός από δυο γονείς Παύλος βρίσκει προστασία στον θείο του Απόστολο Ν. Παπαγεωργίου, χρυσοχόο, στη Χαλκίδα.
Από το θείο του αυτόν έμαθε ο Παύλος Λάμπρος το επάγγελμα του χρυσοχόου και του χαράκτη, το οποίο άσκησε στην Κέρκυρα μαζί με τον Ζακύνθιο Διονύσιο Φραγκόπουλο, την κόρη του οποίου, Γεωργία, έλαβε ως σύζυγό του. Απέκτησαν πέντε τέκνα, εκ των οποίων το τρίτο, ο Σπυρίδων Λάμπρος, είναι ο γνωστός ιστορικός, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Ο Παύλος Λάμπρος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση προικισμένου ανθρώπου του οποίου η ιστορία και η προσφορά στην τέχνη, την επιστήμη και την κοινωνία δεν είναι πολύ γνωστή. Παρά το γεγονός ότι δεν σπούδασε επιδόθηκε στη συλλογή και τη μελέτη νομισμάτων και διακρίθηκε παγκοσμίως στον τομέα της νομισματολογίας μέσα από το συγγραφικό του έργο και τις πολύ αξιόλογες πραγματείες που δημοσίευσε στην ελληνική, στη γαλλική και στη γερμανική γλώσσα, αρχικά στην Κέρκυρα και από το 1860 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί.
Οι συλλογές αρχαίων νομισμάτων του Παύλου Λάμπρου ήταν σημείο αναφοράς κατά την εποχή του, τα δε μεσαιωνικά του νομίσματα συνέθεταν μια από τις πλουσιότερες συλλογές της Ευρώπης. Η κύρια νομισματική του συλλογή αποτέλεσε μάλιστα, μαζί με αυτή των Ζωσιμάδων, τον πυρήνα για την ίδρυση του Νομισματικού Μουσείου της Ελλάδος. Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1887 αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο συλλεκτικό, επιστημονικό, κοινωνικό έργο αλλά και άξιους απογόνους.
Ο Παύλος Λάμπρος ήταν πολύ αξιοσέβαστο και έγκριτο πρόσωπο της αθηναϊκής κοινωνίας και αυτό αποδεικνύεται από την νεκρολογία του στην εφημερίδα (Νέα Εφημερίς,) όπου στο φύλλο της 13/10/1887 μεταξύ των άλλων αναγράφεται: «Χθες την 3 μ.μ. εγένετο η κηδεία του σεβαστού συμπολίτου μας Παύλου Λάμπρου εκ της επί της οδού Σταδίου μεγάλης οικίας αυτού. Εις την κηδείαν ταύτην ηκολούθησε μέγα μέρος της κοινωνίας των Αθηνών εκ των εκλεκτοτέρων αυτής τάξεων, παρ’ αις ο τεθνηκώς κατείχεν από χρόνων την εξαίρετον θέσιν του· μεταξύ των ακολουθησάντων διεκρίνοντο υπουργοί, βουλευταί, διάφοροι έγκριτοι πολιτευόμενοι, ων ήτο φίλος, ο πρύτανις του πανεπιστημίου και πολλοί καθηγηταί, τραπεζίται, έμποροι μεθ’ ων απάντων διετέλει εις φιλικωτάτας σχέσεις, κοινωνικώτατος υπάρξας. Εις τον οίκον προσήλθε και ο κ. πρωθυπουργός».
Όλα τα τέκνα του Παύλου Λάμπρου διέπρεψαν σε διαφόρους τομείς, για λόγους οικονομίας χρόνου θα αναφερθώ μόνον στον επιφανέστερο εξ αυτών, τον πολύ γνωστό Σπυρίδωνα Λάμπρο.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος
Ο Σπυρίδων Λάμπρος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1851 στην Κέρκυρα, όπου και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, τη δε εγκύκλιο παιδεία ολοκλήρωσε στην Αθήνα κάτω από άριστες προϋποθέσεις. Αρκεί να αναφερθεί ότι νουνός και δάσκαλός του υπήρξε, ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες λόγιους, ο ιστοριοδίφης Ανδρέας Μουστοξύδης. Σε μικρή ηλικία έδειξε τη μεγάλη κλίση του στις ξένες γλώσσες και έμαθε να μιλά και να γράφει άριστα Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά. Στη συνέχεια έκανε μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές στη χώρα μας και στην Ευρώπη (1867-75). Επιγραμματικά αναφέρω: Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαίδευση στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα αρχίζει η πανεπιστημιακή-ακαδημαϊκή του καριέρα: υφηγητής της ελληνικής ιστορίας και παλαιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τακτικός καθηγητής από το 1890. Αναγνωρισμένος από τους συναδέλφους του ανήλθε στις ανώτατες θέσεις του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου, από το οποίο αποχώρησε το 1917 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε ακάματος ερευνητής και πολυγραφότατος συγγραφέας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στα 53 χρόνια της συγγραφικής του θητείας άφησε 479 έργα και πραγματείες. Είναι ο πρώτος που το 1880 με εντολή της Ελληνικής Βουλής, ερεύνησε τις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους και κατέγραψε περίπου 6.000 χειρόγραφα, από 20 βιβλιοθήκες των μονών. Θεωρείται συνεχιστής του έργου των ιστορικών Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου και Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ανήκει δηλαδή στους θεμελιωτές της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα και υπήρξε ο διαμορφωτής του ελληνικού ιστορισμού.
Εκτός από τα επιστημονικά υπήρξε και δραστηριότατος στον οργανωτικό τομέα. Πρωτεργάτης της ίδρυσης της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Συλλόγου προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και σχεδόν όλων των μεγάλων κοινωφελών σωματείων της Ελλάδος. Έτυχε επίσης πολύ σημαντικών διεθνών διακρίσεων: εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου, της Βαρκελώνης, της Ρώμης, του Μονάχου, της Μαδρίτης, της Κων/λεως, της Πετρουπόλεως και πολλών άλλων επιστημονικών εταιρειών και σωματείων.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε και άριστος οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου 1880 την Άννα Μπαλάνου, κόρη του δικηγόρου και βουλευτή Αριστείδη Μπαλάνου, από την ιστορική Γιαννιώτικη οικογένεια των Μπαλάνων και απόκτησε δύο κόρες, την Χαρίκλεια μετέπειτα σύζυγο Κ. Μαλάμου και την Λίνα σύζυγο Παναγή Τσαλδάρη (πρώτη γυναίκα Υπουργό της Ελλάδος).
Μιμούμενες το παράδειγμα του πατέρα τους οι δύο θυγατέρες του Σπυρίδωνα. Λάμπρου δεν υστέρησαν σε φιλοπατρία και αγάπη προς την πόλη των Ιωαννίνων προσφέροντας την τεράστια και ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του στη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων.
Παράλληλα με την επιστημονική του δραστηριότητα, ο Σπυρίδων Λάμπρος είχε ενεργό συμμετοχή σε ποικίλες κοινωνικές, καλλιτεχνικές και εθνικές εκδηλώσεις. Η ανάμειξή του όμως «έμμεσα» στην πολιτική, κατά την εκρηκτική περίοδο του εθνικού διχασμού, στάθηκε κυριολεκτικά μοιραία γι αυτόν. Το 1916 ύστερα από πρόσκληση του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου σχηματίζει κυβέρνηση και αναλαμβάνει Πρωθυπουργός έως τις 17 Απριλίου 1917. Μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στη δίνη των πολιτικών παθών της εποχής, παύτηκε από τη θέση του Πρωθυπουργού, η περιουσία του δημεύθηκε και εξορίστηκε στην Ύδρα και στη Σκόπελο. Το Μάρτιο του 1919 του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, καθώς ήταν βαριά άρρωστος, τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό με αστυνομική επιτήρηση μέχρι το θάνατό του στις 20 Μαρτίου του 1919.
Η δίωξη και δυστυχώς η απώλεια του Σπυρίδωνος Λάμπρου ήταν αποτέλεσμα χρονικών συγκυριών και της πολιτικής εμπάθειας κατά την τριετίαν 1917-20. Χάθηκε έτσι πρόωρα ένας διεθνούς φήμης επιστήμων, ακαδημαϊκός δάσκαλος, ερευνητής, ένας αγνός πατριώτης με μοναδική προσωπικότητα και προσφορά στα κοινά. Ασφαλώς όμως δεν χάθηκε τίποτε από την επιστημοσύνη, την αίγλη, τη λάμψη, το κύρος του Σπυρίδωνα Λάμπρου. Είναι και θα είναι πάντοτε παρών με το πολυσήμαντο και τεράστιο έργο του, την προσωπικότητα και την προσφορά του για να μας διδάσκει ιστορία, ευπρέπεια, πατριωτισμό, τιμιότητα, ανεξικακία και μετριοφροσύνη. Το όνομά του έχει γραφτεί και παραμένει ανεξίτηλα εγχάρακτο στις σελίδες της Ελληνικής ιστοριογραφίας.
Η οικογένεια Λάμπρου, στην οποία αναφερθήκαμε με αφορμή την 193η επέτειο της επανάστασης των Καλαρρυτών, αποτελεί βέβαια μόνο μια περίπτωση από τις ευάριθμες των Καλαρρυτινών οικογενειών, τα επιφανή μέλη των οποίων προσέφεραν και δόξασαν αυτόν τον τόπο.
Σε όλους αυτούς, εμείς οι μεταγενέστεροι, οφείλουμε σεβασμό και ευγνωμοσύνη και έχουμε το χρέος να τους θυμόμαστε, να διδασκόμαστε από το παράδειγμά τους και να τιμάμε εσαεί τη μνήμη τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου