Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Η συγκλονιστική αφήγηση μιας γυναίκας που επέζησε απ' το τραγικό δυστύχημα στο Τσίμποβο στις 22 Δεκέμβρη 1958


                                                                        Γράφει ο Βασίλης Κίστης

«Πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων και θα πήγαινα στο χωριό μου τους Χουλιαράδες. Ήμουν τότε 17 στα 18 μου χρόνια Δεν ανέβηκα την προηγούμενη ημέρα γιατί δεν είχα γυναικεία παρέα και ξέρετε την εποχή εκείνη ήταν δύσκολο να ταξιδέψει μια γυναίκα ανύπαντρη μόνη της σε τόσους άντρες. Μιας και κανόνισα με την κουμπάρα μου η οποία λέγονταν Όλγα Μαστοράκη, αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε την Δευτέρα 22 Δεκέμβρη του έτους 1958 το πρωί. Μάλιστα τα εισιτήρια μου τα είχε κλείσει εκείνη».
Έτσι ξεκινάει την αφήγησή της η 75 χρονη πλέον Σταυρούλα Κωνσταντινίδη-Βράνου για να μας εξιστορήσει το μοιραίο δρομολόγιο της ημέρας εκείνης. Της ημέρας που παραμονές Χριστουγέννων «βύθισε» σε πένθος τα χωριά των Τζουμέρκων και κυρίως το Πετροβούνι, τους Χουλιαράδες, το Μιχαλίτσι, την Πράμαντα και το Ματσούκι.
«Δευτέρα πρωί πήγαμε στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων για τα χωριά μας που τότε βρισκόντανε ακριβώς πίσω απ’ το τζαμί της Καλούτσιανης. Ήταν νωρίς το πρωί γύρω στις 7 η ώρα. Το λεωφορείο ήταν μικρό με 24 θέσεις. Να διευκρινίσω ότι τα δρομολόγια τότε ήταν δύο, ένα πρωινό και ένα απογευματινό. Εμείς όπως και όλοι οι αδικοχαμένοι επιλέξαμε το πρωινό δρομολόγιο, αγνοώντας τα παιχνίδια της μοίρας.
Το λεωφορείο σχεδόν γέμισε και ξεκινήσαμε για το μοιραίο και τελευταίο για πολλούς ταξίδι.
Στο Χαροκόπι όμως το λεωφορείο σταμάτησε να πάρει κι άλλους επιβάτες και θυμάμαι ότι μόλις το αυτοκίνητο γέμισε ο οδηγός δεν ήθελε να πάρει τους πλεονάζοντες, αλλά αυτοί επέμεναν και τελικά έπεισαν τον οδηγό και τον εισπράκτορα να τους μεταφέρουν. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν βρεθεί σε γάμο στο Χαροκόπι και ασφαλώς ήθελαν να ταξιδέψουν και να φτάσουν στα χωριά τους. Μετά από πολλά παρακάλια, ο οδηγός δέχτηκε τελικά να τους πάρει και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είχανε γεμίσει τον διάδρομο βάζοντας καρεκλάκια για να καθίσουν.
Φτάνοντας στο Τσίμποβο στο ποτάμι, συναντήσαμε κι άλλον έναν χωριανό μας τον Κώστα Σιόντη ο οποίος σταμάτησε το λεωφορείο αλλά ο οδηγός δεν τον πήρε.
Παίρνοντας όμως τις ανηφόρες με τα πέταλα το λεωφορείο, τον ξανασυναντά στο επόμενο πέταλο καθώς αυτός με πεζοπορία «έκοβε» δρόμο και κατάφερνε με κόπο να βρεθεί πάλι μπροστά απ’ το λεωφορείο. Αλλά και πάλι ο οδηγός δεν τον πήρε, μέχρι να ξανασυναντηθούν στο αμέσως επόμενο πέταλο και τελικά να πείσει τον οδηγό κατάκοπος όπως ήταν να τον πάρει κι αυτόν. Τι να πώ…. Αυτός ο άνθρωπος κυνηγούσε την μοίρα του. Χίλιες φορές να μην τον είχε πάρει, τώρα θα ζούσε ο άνθρωπος. Λίγα πέταλα ακόμη του απέμειναν για να φτάσει, κάτι λιγότερο από 1000 μέτρα. Τι να πει κανείς… έτσι ήθελε ο Θεός»
Είναι η πρώτη φορά που η κα Σταυρούλα παίρνει βαθιά ανάσα, καθώς οι θύμησες της φέρνουν θλίψη, συμπόνοια για τους συγγενείς που έχασαν τους ανθρώπους τους, θυμό για όλα όσα συνέβησαν  την ημέρα εκείνη.
«Έτσι συνολικά πριν την μοιραία στροφή οι επιβαίνοντες στο λεωφορείο έγιναν 34 άτομα μαζί με τον οδηγό και τον εισπράκτορα. Φανταστείτε σε 24 ατόμων λεωφορείο ήμασταν 34 άτομα. Το δρομολόγιο τότε γινόντανε μέχρι το χάνι του Μήτσου Βαγγέλη που βρισκόντανε στον Κέδρο. Η ώρα πρέπει να πλησίαζε τις 9 με 9.30 το πρωί και ήταν μια ηλιόλουστη μέρα.
Στην μοιραία λοιπόν στροφή, λίγο πριν φτάσουμε στον τελικό προορισμό μας και λόγω του ότι ο δρόμος τότε ήταν πιο στενός από τώρα, το λεωφορείο δεν κατάφερε να πάρει αμέσως την στροφή και χρειαζόντανε να κάνει μανούβρα. Ο εισπράκτορας προσπαθούσε τότε να κατευθύνει τον οδηγό και κατέβηκε με σκοπό να βάλει μια πέτρα στους πίσω τροχούς του αυτοκινήτου και την κρατούσε στα χέρια του αλλά….. Ξαφνικά όπως ήμουν και σχετικά αφηρημένη, δεν κατάλαβα τι γινόντανε εκείνη την στιγμή. Ακούω την κουμπάρα μου και χωριανή μου που φώναξε «Μωρέ τι πάθαμε…» και τότε το λεωφορείο σηκώθηκε σχεδόν αμέσως στις πίσω ρόδες. Εμείς οι δύο με την κουμπάρα μου, καθόμασταν στις πρώτες θέσεις και εγώ χωρίς να καταλάβω τίποτε και ασυνείδητα, όπως φώναξε η κουμπάρα μου, σηκώθηκα όρθια  και βρέθηκα έξω απ’ το λεωφορείο απ’ την ανοικτή πόρτα που είχε αφήσει ο εισπράκτορας. Χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να πηδήξω απ’ αυτό. Το μόνο που θυμάμαι απ’ αυτήν την στιγμή είναι ότι μόλις σήκωσα το κεφάλι αφότου βρέθηκα έξω απ΄το λεωφορείο είναι οι τέσσερις ρόδες του. Είχε ήδη αναποδογυρίσει. Με είχα δε χτυπήσει λίγο στο πόδι μου, δεν ξέρω πώς.
Όπως κατάλαβα αργότερα, πρέπει το λεωφορείο να βρήκε μπάζα στις πίσω ρόδες, και όπως ήταν και μεγάλη κατηφόρα, ξέφυγε απ’ τον έλεγχο του οδηγού και ξεκίνησε να αναποδογυρίζει».
Δεύτερη πιο μεγάλη παύση για την κα Σταυρούλα. Το κεφάλι της χαμηλωμένο και η ταραχή της θύμησης του ατυχήματος έντονα εκδηλωμένη στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό της.
Ο Άραχθος απ' το σημείο του δυστυχήματος
«Αρκεστήκαμε μέσα στην ταραχή μας να βλέπουμε το λεωφορείο να κατευθύνεται όπως αναποδογύριζε προς το ποτάμι. ΄΄Τι πάθαμε …΄΄  λέω στον εισπράκτορα και μου απαντά ΄΄εμείς δεν πάθαμε τίποτε, αλλοίμονο στον κόσμο΄΄  
Και ξαφνικά τον έχασα τον εισπράκτορα. Πήρε τον κατήφορο πίσω απ’ το λεωφορείο. Αυτό είχε αρχίσει να διαλύεται πέφτοντας. Στο πρώτο κτύπημα στον τοίχο που υπήρχε πετάχτηκε κι ένας άντρας ουσιαστικά στο κενό αλλά αυτός σώθηκε γιατί σκάλωσε σε κάτι πουρνάρια. Κι όπως διαλύονταν το λεωφορείο άψυχα κορμιά άρχισαν να διασκορπίζονται δεξιά και αριστερά. Η ταραχή μας ήταν πολύ μεγάλη. Εγώ τα είχα τόσο χαμένα που άρχισα να μαζεύω τις φουρκέτες που μου είχαν φύγει απ’ τα μαλλιά μου που τα είχα τότε μακριά. Ο εισπράκτορας όπως σας είπα είχε εξαφανιστεί κι αυτός.
Άρχισα να ανηφορίζω και λίγα μέτρα πιο πάνω συναντώ μια γυναίκα που έβοσκε τα πρόβατά της και είχε δει το λεωφορείο. Της ζήτησα να με βοηθήσει γιατί ζαλιζόμουν. Ίσως απ’ την ταραχή μου; Γιατί χτύπημα δεν είχα εκτός απ’ το πόδι μου. Της λέω τότε ΄΄ζαλίζομαι πιάσε με να καθήσω κάπου΄΄.  Η γυναίκα αυτή λοιπόν μου απάντησε πως ΄΄α δεν πιάνω κανέναν εγώ, είμαι νιόπαντρη΄΄.
΄΄Καλά της λέω ζωντανή είμαι δεν είμαι πεθαμένη΄΄.. Έτσι πίστευε τότε ο κόσμος…. Τελικά δεν με βοήθησε . Έκατσα μόνη μου σε μια πέτρα.
Έμεινα εκεί θολωμένη, κάτι σαν τρελή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό που είχε συμβεί. Σκεφτόμουν ότι είχε χαθεί και η κουμπάρα μου μαζί με τόσο κόσμο. Σε πέντε λεπτά είχε αρχίσει να έρχεται κόσμος που κατέβαιναν για τα Γιάννενα  στα πρώτα άτομα που κατέβαιναν ήταν και ένας γαμπρός μου που περίμενε την αδερφή του να ανέβει στο χωριό με το λεωφορείο.
΄΄Η Μαρία ήταν μέσα;΄΄ με ρωτάει αυτομάτως. Μόλις του είπα ότι δεν ήταν μέσα άρχιζε να μ’ αγκαλιάζει σαν τρελός.
Άλλοι είχαν ήδη ανέβει στο χάνι κι εκεί με το τηλέφωνο του Μήτσου Βαγγέλη είχαν αρχίσει να ειδοποιούν και στα Γιάννενα και στα χωριά τον κόσμο. Αρκετοί άνθρωποι που βρισκόνταν στο χάνι, είχαν ήδη αρχίσει να κατεβαίνουν για τον τόπο του δυστυχήματος, για να δουν και να προσφέρουν βοήθεια. Ποια βοήθεια;…
Ο γαμπρός μου με ανέβασε μέχρι το χάνι και με έβαλαν σε ένα άλογο για να πάω στο χωριό. Πρώτη μου φορά ανέβαινα σε άλογο γιατί τα φοβόμουνα.
Στην είσοδο του χωριού με περίμενε ο πατέρας μου. Είχαν ήδη μάθει για το λεωφορείο γιατί ο πατέρας μου ήταν γραμματέας και πήραν αμέσως τηλέφωνο. Ο πατέρας μου πάλι, είχε επικοινωνήσει με έναν θείο μου στα Γιάννενα και καθώς εκείνος του είπε πως είχα φύγει για το χωριό, γύρισε στην μάνα μου και της είπε ΄΄πάρε ένα τσουβάλι και πάμε να μαζέψουμε την Σταυρούλα απ’ το ποτάμι΄΄»
Η κα Σταυρούλα βουρκώνει. Σιωπή, με κατεβασμένο το κεφάλι, κάνει προσπάθεια να συνεχίσει μα πολύ πιο δύσκολα τώρα της βγαίνουν οι κουβέντες..
«Δύσκολες ώρες μα πιο πολύ για τους ανθρώπους εκείνους που είχαν τρελαθεί, μη ξέροντας ποιοι απ’ τους δικούς τους ταξίδευαν και ποιοι όχι. Βγήκε και η μάνα μου και τότε ξεσπάσαμε όλοι σε κλάματα.
Κάπου εκεί τελείωσαν για μένα, όλα όσα τράβηξα. Αλίμονο στον κόσμο που χάθηκε. Απλά, βλέπαμε τον κόσμο να κουβαλάει τους νεκρούς του και όλη η περιοχή να έχει  ένα αβάσταχτο πένθος.
Αργότερα έμαθα πως σώθηκαν και άλλες δυο κοπέλες κατά την κατρακύλα του λεωφορείου, η μία όμως μέχρι να την πάνε στο νοσοκομείο στα Γιάννενα πέθανε. Σώθηκαν όμως κι ένας παππούς απ’ το Ματσούκι και ένας νεαρός τότε απ’ την Πράμαντα που ονομάζονταν θυμάμαι Γεροδήμος και ήταν φαντάρος τότε. Αυτός δε, είχε φτάσει με τα υπολείμματα του λεωφορείου κάτω στο ποτάμι και τον είδαν αφού είχαν περισυλλέξει τους άλλους. Τον είδαν μάλιστα να τους καλεί κουνώντας τα χέρια του. Συνολικά δηλαδή πέντε άτομα ζήσαμε απ’ αυτό το τραγικό δυστύχημα.
Στο Μιχαλίτσι και το Πετροβούνι τα θύματα δεν τα πήγαν στα σπίτια τους, αλλά τα ξενύχτησαν ομαδικά στις εκκλησιές.
Ανάμεσα στα θύματα ήταν και δύο αντρόγυνα με παιδί τους».

Κάπου εκεί σταματάει την αφήγησή της η κα Σταυρούλα Βράνου. Καταβεβλημένη και βουρκωμένη ακόμη, νοιώσαμε πως παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια απ’ το τραγικό αυτό δυστύχημα, εκείνη ξαναζούσε εκείνες τις στιγμές, λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα. Μακάριζε την τύχη της που επέζησε αλλά οι εικόνες αυτές του λεωφορείου να αναποδογυρίζει και να χάνεται στην κακοτοπιά της χαράδρας, την «στοιχειώνουν» ακόμη και σήμερα.

Συνολικά σκοτώθηκαν την ημέρα εκείνη 29 άτομα. Απ’ αυτούς 12 ήταν άντρες και 17 ήταν γυναίκες. Αυτοί που επέζησαν ήταν 5 συνολικά, 3 άντρες και 2 γυναίκες.
Ο οδηγός του λεωφορείου ήταν απ’ τον Παρακάλαμο Πογωνίου. Μάλιστα λέγεται ότι ο οδηγός είχε διαμαρτυρηθεί ότι τα φρένα δεν λειτουργούσαν καλά, αλλά υποχρεώθηκε απ’ την διοίκηση του ΚΤΕΛ να κάνει το δρομολόγιο και να τα επισκευάσει μετά.
Στο λεωφορείο επέβαινε και η αδερφή της μεγάλης ηθοποιού Έλλης Λαμπέτη η οποία ήταν δασκάλα σε κάποιο απ’ τα χωριά και ονομαζόντανε Ειρήνη Λούκου, που ήταν και το πραγματικό επίθετο της Έλλης και όχι το καλλιτεχνικό (Την πληροφορία αυτή την γράφουμε με κάθε επιφύλαξη)
Απ’ το Συρράκο ήταν να ταξιδέψει με το λεωφορείο ο Τάκης Μπίτσιος ο οποίος όμως για καλή του τύχη συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει την βέρα της γυναίκας του στον μάστορα που είχε ξεκολίσει, με αποτέλεσμα τελευταία στιγμή και έχοντας εκδόσει και τό εισιτήριο να μην επιβιβαστεί και να αναβάλλει το ταξίδι του για το μεσημεριανό δρομολόγιο.

Στο σημείο του δυστυχήματος, ο τότε Kοινοτάρχης Xουλιαράδων κ. Xρήστος Pάπτης, ανήγειρε, με τη βοήθεια των συγγενών των 29 νεκρών, μνημείο με τύμβο, στον οποίο αναγράφονται τα ονόματα των θυμάτων, και εικόνισμα, ενώ φυτεύθηκαν και 29 κυπαρίσσια, ένα για κάθε νεκρό.
Πριν από 20 χρόνια, οι συγγενείς των θυμάτων, καθιέρωσαν ένα μνημόσυνο, το οποίο γίνεται κάθε πέντε χρόνια. Το τελευταίο έγινε την περυσινή χρονιά 2010 παρουσία πλήθους συγγενών των θυμάτων

Τελειώνοντας να αναφέρουμε ότι για το τραγικό αυτό περιστατικό γράφτηκε και τραγούδι απ’ τον αείμνηστο Γιώργο Γεροδήμο το οποίο είναι σε σκοπό τσάμικο.

Το τραγούδι είναι το παρακάτω:
Μαύρα μαντάτα ήρθανε στα δόλια τα Τζουμέρκα.
Στο Πετροβούνι βρε παιδιά, στο δόλιο Μιχαλίτσι,
στους Χουλιαράδες πέρασαν και μέχρι το Προσήλιο,
στα Πράμαντα διαβήκανε και πέρα στο Ματσούκι.
Δευτέρα μέρα κίνησαν στα σπίτια τους να πάνε,
Χριστούγεννα να κάνουνε μαζί με τους δικούς τους.
Το Τζίμοβο ανεβαίνανε, κοντεύανε τον Κέδρο
κι ο χάρος παραμόνευε στο στρίψιμο του δρόμου
σαν ξαφνικά τους φώναξε ο άμοιρος σωφέρης
Παιδιά μ’ όλοι χανόμαστε και στου Θεού τα χέρια
Κι όλοι μαζί βρεθήκανε στο χάος της αβύσσου
Το είναι τους αφήκανε στους βράχους του Αράχθου




1 σχόλιο:

  1. Η πληροφορία για την αδερφή της Λαμπέτη δεν είναι αληθής καθώς το όνομα της δεν είναι μεταξύ αυτών που υπάρχουν στο μνημείο. Μπορείτε να το τσεκάρετε και στη φωτό του μνημείου από google earth. Η αλήθεια για την αδερφή της Λαμπέτη είναι πως σκοτώθηκε σε άλλο τροχαίο ατύχημα την ίδια χρονιά (1958) εντός του Νομού Ιωαννίνων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή