Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Η περίπτωση του τραγουδιστή και κλαριντζή Πέτρου Μόκα


Ο Πέτρος Μόκας με τους φίλους του, σε φωτογραφία απ' την ηχογράφηση στο Συρράκο
  Γράφει ο Γιώργος Κοκκώνης

Τραγουδιστής, κλαριντζής και πάνω απ' όλα βοσκός, ο Πέτρος Μόκας αποτελεί μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που στην εποχή του διαδικτύου κοινωνεί ένα πολιτισμικό περιβάλλον που θεωρούσαμε για πάντα χαμένο. Η μουσική έκφρασή του, προσωπική και επίκαιρη, διασώζει αβίαστα παλιά χνάρια προφορών, ήχων και ρεπερτοριακών επιλογών. Για τον Μόκα ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, ή μάλλον ανακυκλώνεται αργά σαν την μεγάλη φύση που τον περιβάλλει, στον κάμπο της Φαρκαδόνας για τα χειμαδιά και στην Πίνδο για το καλοκαίρι. Ηχώ αυτής της φύσης η φωνή του, δουλεμένη μέσα στη μεγάλη σχολή του κλέφτικου τραγουδιού, ενώ το κλαρίνο του έχει ρίζες στην άλλη μεγάλη σχολή του Τάσου Χαλκιά. Το δωρικό αυτό πλαίσιο υποβάλλει τις συντεταγμένες των ακουσμάτων και των ερμηνειών του. Λιτά κι ανεπιτήδευτα, δια­- ποτισμένα από τον τόπο και τις μνήμες του.
«Καλαρρύτες», 1988
Λάδι σε μουσαμά (60Χ45 εκ.)
Έργο του πολυτάλαντου καλλιτέχνη
Πέτρου Μόκα
Παρακολουθώντας τον Μόκα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στο Συρράκο το καλοκαίρι του 2010, μας ξάφνιασε ο τρόπος με τον  οποίο ακτινοβολεί το προσωπικό  του πάθος, το μεράκι του. Πολύ περισσότερο  που η ακτινοβολία αυτή σώζεται ακέραια και στις ηχογραφήσεις. Κι αυτό, παρά τη δυσκολία της ταυτόχρονης ερμηνείας τόσο με τη φωνή όσο και με το κλαρίνο. Η διπλή αυτή επιτέλεση είναι μονόδρομος για τον Μόκα, μακριά από πατάρια και «επαγγελματικού» τύπου δημόσιες εμφανίσεις, αφού παίζει μόνο με φίλους και για φίλους τα καλοκαίρια, στο Συρράκο και στους Καλαρρύτες, σε γλέντια ιδιωτικά και μερακλίδικα. Η φωνή και το κλαρίνο, τα δύο κατ' εξοχήν σολιστικά οχήματα της δημοτικής μουσικής, προσδίδουν στον Μόκα μια ασυνήθιστη αυτονομία στις επιλογές του ρεπερτορίου, που αγγίζει τα όρια του εκλεκτισμού. Από την άλλη, η «ερασιτεχνική» του ενασχόληση με τη μουσική πράξη του επιτρέπει αποστασιοποίηση από τους μουσικούς νεωτερισμούς της υπαίθρου και μια διεισδυτική προσκόλληση στο «παλιό» ύφος.
Η «παραδοσιακή»  μέθοδος σπουδής της τοπικής  μουσικής τον οδηγεί λεπτομερή ψηλάφηση τού, περιορισμένου σε εύρος, υλικού του. Η επιλογή του αυτή μπορεί να τον περιορίζει σε σχέση με τον  τεράστιο όγκο «δουλειάς» των «συναδέλφων» του. Του εξασφαλίζει όμως μια αισθητική αυτονομία σε ό,τι αφορά την μουσική απόδοση, πράγμα που τον καθιστά απολύτως αναγνωρίσιμο τόσο κατά την ακρόαση όσο και στο γλέντι. Μακριά από τις αισθητικές των προσμίξεων, των εφέ και των εντάσεων, η μουσική που φτιάχνει μοιάζει σαν το παλιό τοπικό κρασί που δεν φτάνει να ταξιδέψει μακριά αλλά εκτιμάται στον τόπο του ως πολύτιμο και σπάνιο αγαθό.
Όλα τα παραπάνω ορίζουν και το ιδιότυπο πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο  ο Μόκας συντηρεί και προφέρει έναν ήχο παλιό και συνάμα εντελώς προσωπικό, που οικειοποιείται τα τραγούδια και τα οργανικά κομμάτια που συνηθίζονται στη περιοχή. Ο προσωπικός του τρόπος φωνητικής απόδοσης χαρακτηρίζεται από μια συνέπεια μουσικών διαστημάτων και μια ποικιλία κεντημάτων, κυρίως στα επιτραπέζια κλέφτικα, αλλά και στα τσάμικα που αποτελούν ταυτοτικό ιδίωμα του γενέθλιου τόπου του. Είναι γνωστό άλλωστε πως στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων η «τσαμικοδουλειά» είναι σήμα κατατεθέν στα πανηγύρια και τα γλέντια. Ήταν επόμενο τα περισσότερα κομμάτια του παρόντος δίσκου να ανήκουν στις δύο αυτές κατηγορίες.

Σημείωση Συρρακιώτη:
Το κείμενο αυτό αποτελεί την αναφορά του μουσικολόγου Γιώργου Κοκκώνη στον Πέτρο Μόκα, και εμπεριέχεται στο καινούργιο cd που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου