Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Οι δρόμοι της ιστορίας του κομπολογιού

Από τις χώρες της Ανατολής, στην Τουρκοκρατία, ώς τις μέρες μας, με μικρές αλλαγές, δημιουργήσαμε ένα ξεχωριστό, μοναδικό αντικείμενο στο οποίο εκφραζόταν το ελληνικό μεράκι και ταμπεραμέντο

Ξεκινώντας να βαδίζουμε το μονοπάτι της ιστορίας του κομπολογιού θα πρέπει να φύγουμε από την Ελλάδα και να ταξιδέψουμε στις χώρες της Ανατολής, στις οποίες η επικρατούσα θρησκεία είναι ο ισλαμισμός. Σε αυτές τις χώρες κατασκευάστηκαν πριν από πολλά χρόνια οι πρόγονοι του ελληνικού κομπολογιού, τα ισλαμικά προσευχητάρια (ροζάρια). Στην Ελλάδα, αυτά τα προσευχητάρια έφτασαν στα χέρια των Τούρκων κατακτητών μας, την περίοδο από το 1453 έως το 1821. Οι αλλαγές που επιφέραμε σε αυτά ήταν μικρές, αρκετές όμως για να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό, μοναδικό αντικείμενο, το οποίο ονομάσαμε κομπολόι, στο οποίο εκφραζόταν το ελληνικό μεράκι και ταμπεραμέντο.

Τα προσευχητάρια (κομποσκοίνια) των μουσουλμάνων ήταν οι πρόγονοι των σημερινών κομπολογιών
Στην αναζήτησή μας για την προέλευση αλλά και τον λόγο ύπαρξης των προσευχηταριών με χάντρες, γινόμαστε οδοιπόροι και ξεκινάμε ένα ταξίδι μεγάλο, τόσο στον χρόνο όσο και σε πολλές χώρες του κόσμου. Από τα πανάρχαια χρόνια, άνθρωποι από διάφορες χώρες και θρησκείες χρησιμοποιούσαν χάντρες περασμένες σε κορδόνι, για να μετράνε τις προσευχές που απηύθυναν στους θεούς τους. Από τους πρώτους λαούς που επινόησαν και χρησιμοποίησαν αυτά τα αντικείμενα ήταν οι αρχαίοι Ελληνες, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν κυρίως κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων μυστηρίων. Επίσης, οι βουδιστές μοναχοί χρησιμοποιούσαν από πολύ παλιά τέτοιου είδους περίτεχνα αντικείμενα, τα οποία συνήθιζαν να κρεμάνε στον λαιμό τους σαν φυλαχτά, τις ώρες που δεν προσεύχονταν. Αυτό φυσικά είναι πολύ γνώριμο στους Ελληνες, επειδή τόσο οι Ορθόδοξοι χριστιανοί μοναχοί όσο και οι Καθολικοί κρεμούν στον λαιμό τους μακριά κομποσκοίνια, τα οποία συχνά ξεκρεμάνε και χρησιμοποιούν για την απαρίθμηση των πολυάριθμων προσευχών τους. Το ελληνικό κομπολόι όμως είναι αναδημιουργία του μουσουλμανικού προσευχηταριού. Οι Τούρκοι, σε αντίθεση με άλλους λαούς, αντί να κρεμάνε τα προσευχητάρια στον λαιμό τους ή να τα δένουν γύρω από τους καρπούς των χεριών τους, συνήθιζαν να τα κρατάνε στα χέρια τους και να τα περιεργάζονται με τα δάχτυλά τους. Επρόκειτο για φυλαχτά φτιαγμένα από υλικά υψηλής ποιότητας (κεχριμπάρι ή προσμείξεις αυτού με άλλα υλικά) και για τον λόγο αυτό ήταν πολύ ευχάριστο και χαλαρωτικό για τον κάτοχό τους να αισθάνεται την υφή τους στις άκρες των δαχτύλων του. Επίσης, αυτά τα προσευχητάρια αποτελούσαν πολλές φορές ένδειξη της κοινωνικής ή οικονομικής ισχύος που είχε κάποιος Τούρκος, εφόσον αυτά που είχαν δημιουργηθεί από ατόφιο κεχριμπάρι ήταν πανάκριβα και ως εκ τούτου το προνόμιο της κατοχής τους το απολάμβαναν συνήθως μονάχα οι πασάδες και οι αγάδες της εποχής.

Ο αριθμός των χαντρών σε ένα μουσουλμανικό προσευχητάρι είναι 99, όσες και οι προσευχές στον Αλλάχ (ή ονόματα του Αλλάχ). Ενα τέτοιο προσευχητάρι όμως είναι αρκετά μεγάλο και ακριβό, γι' αυτό έχει μειωθεί σε προσευχητάρι 33 χαντρών, το οποίο ο προσευχόμενος θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τρεις φορές, μετρώντας μία μία τις χάντρες του, προκειμένου να ολοκληρώσει τον πλήρη αριθμό των προσευχών του. Κάποτε ένας Αιγύπτιος μου αποκάλυψε ότι ο αριθμός 33 είναι σημαντικός γι' αυτούς, επειδή αντιπροσωπεύει τα χρόνια της ζωής του Χριστού στη Γη, μιας και οι μουσουλμάνοι αναγνωρίζουν και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Σε αυτά τα προσευχητάρια βρίσκουμε μία μικρότερη χάντρα που παρεμβάλλεται ανά 11 χάντρες, η οποία τα διακοσμεί πολύ όμορφα. Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο ο προσευχόμενος μπορεί να διακόψει για λίγο τις προσευχές του, δίχως να χάσει την αρίθμησή τους ή ένας τρόπος να επαληθεύσει ότι βρίσκεται στη σωστή προσευχή και ότι έχει μετρήσει σωστά έως και το συγκεκριμένο σημείο. Ολες οι χάντρες είναι περασμένες σε σπάγκο, ο οποίος κλείνει συγκρατώντας τες ασφυκτικά κοντά τη μία με την άλλη. Οι μουσουλμάνοι κράταγαν με το ένα χέρι τους τον έναν στοίχο χαντρών μονάχα και σπρώχνοντας μία μία τις χάντρες προς τα κάτω με τον αντίχειρά τους, εύκολα άλλαζαν χάντρες και συνέχιζαν το μέτρημα προς τα πάνω. Ξεκινούσαν και κατέληγαν σε ένα πολύ περίτεχνο κομμάτι, το οποίο ονόμαζαν Αλλάχ. Αυτό ήταν πιο επίμηκες και η μορφή του θύμιζε θόλο τζαμιού. Στην κορυφή αυτού συνήθιζαν να τοποθετούν περίτεχνα φτιαγμένες φούντες ολοκληρώνοντας έτσι το προσευχητάρι. Οι Ελληνες βλέποντας και αγγίζοντας τα κεχριμπαρένια προσευχητάρια των Τούρκων, γοητεύτηκαν από την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητά τους και θέλησαν να τα προσαρμόσουν στη δική τους κουλτούρα και πολιτισμό. Ετσι λοιπόν γεννήθηκε το κομπολόι. 
Η επιλογή της ονομασίας του νέου δημιουργήματος των Ελλήνων δεν ήταν τυχαία. Ήθελαν να υποδηλώνουν σε όλους τις ρίζες του έτσι, ώστε να δώσουν έμφαση στην αλλαγή που αυτοί οι ίδιοι είχαν επιφέρει. Πήραν στα χέρια τους ένα προσευχητάρι αποτελούμενο από χάντρες και έδωσαν σε αυτές το δικαίωμα να κινούνται και να μιλάνε ελεύθερα, να ζουν και όχι μονάχα απλά να υπάρχουν. Το όνομα που τους έδωσαν παραπέμπει στα γνώριμα των Ελλήνων προσευχητάρια, τα κομποσκοίνια, στα οποία οι κάτοχοί τους σε κάθε κόμπο έλεγαν και από μία προσευχή. Έτσι λοιπόν από τα συνθετικά «κόμπος» και «λέω» δημιουργήθηκε η λέξη «κομπο-λοι». 
Μέχρι και στις μέρες μας το κομπολόι συνεχίζει να υπάρχει και να εξελίσσεται, όπως ακριβώς και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η παράδοσή μας βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Το κομπολόι έχει πάψει πλέον να θεωρείται αντικείμενο που κρατούν στα χέρια τους αποκλειστικά άντρες και πλέον κοσμεί τα χέρια πολλών γυναικών κάθε ηλικίας. Εκτός από τον παραδοσιακό αριθμό των 33 χαντρών, τα σύγχρονα κομπολόγια αποτελούνται και από λιγότερες χάντρες. Πάντα όμως ο αριθμός των χαντρών θα πρέπει να είναι μονός.
Ιωάννης Γουβεράκης
Συλλέκτης κομπολογιών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου